Επιγραφικά Μνημεία Ιονίων Νήσων - INSCRIPTIONES INSULARUM MARIS IONII

Επιχειρησιακό Πρόγραμμα «Κοινωνία της Πληροφορίας»
Ερευνητικό Πρόγραμμα: «Επιγραφικά Μνημεία Ιονίων Νήσων»

Επιστημονικός Υπεύθυνος: Θεόδωρος Γ. Παππάς, Καθηγητής

Επιστημονικοί συνεργάτες: Σπυρίδων Ασωνίτης, Αναπλ. Καθηγητής. Νικόλαος Μοσχονάς, Διευθυντής Ερευνών, Ινστιτούτο Βυζαντινών Ερευνών, Ε.Ι.Ε. Καλλιόπη Πρέκα-Αλεξανδρή, δ.φ., Αρχαιολόγος.

Τα Ιόνια Νησιά διαθέτουν πληθώρα ενεπίγραφων μνημείων ιδιαίτερης σημασίας. Πρόκειται για επιγραφές επάνω σε πέτρα, αλλά και σε αγγεία, κεραμική, πολύτιμους λίθους, σφραγίδες, βούλες, δακτυλίδια, λυχνάρια κ.ά. σκεύη.

Στο συγκεκριμένο ερευνητικό πρόγραμμα, η επιγραφική αξιοποιείται ως πηγή πληροφοριών για την ιστορία, τον πολιτισμό, τις θρησκευτικές δοξασίες και πρακτικές, τις οικονομικές, νομικές και κοινωνικές σχέσεις, καθώς και τη γραπτή διατύπωση των απόψεων των κατοίκων των Ιονίων Νήσων. Η επιγραφική παράδοση είναι παράλληλη με τη λογοτεχνική και αποτελεί ουσιαστική συμπλήρωσή της, κυρίως γιατί χαρακτηρίζεται για την αντικειμενικότητά της, αφού μιλάει τη γλώσσα των γεγονότων.

Η συμβολή των επιγραφών στην έρευνα των διαφόρων τομέων των επιστημών της ελληνικής αρχαιότητας είναι πολύ σημαντική, αφού τα επιγραφικά κείμενα του είδους αυτού ήταν τα μοναδικά ή τα συνηθέστερα στην αρχαία Ελλάδα. Συχνά, λοιπόν, η επιγραφική αποτελεί πρωταρχικό όργανο άντλησης άμεσων πληροφοριών για τα Ιόνια νησιά, τη γλώσσα, την ιστορία, την πολιτική και θρησκευτική οργάνωση, τη λατρεία κτλ. Είναι βασικό βοήθημα στην έρευνα της ιστορίας του ανθρώπου, εφόσον διασφαλίζει και παρέχει τα κυριότερα στοιχεία στα οποία τόσο η ιστορία όσο και η φιλολογία στηρίζονται για την κατανόηση του παρελθόντος. Οι επιγραφές ως ιστορικές πηγές της ιστορίας των Ιονίων νήσων είναι ιδιαίτερα σημαντικές και συμβαδίζουν με την παράδοση της ιστοριογραφίας.

Ανάμεσα στην πληθώρα των επιγραφικών κειμένων συναντούμε νόμους και διατάγματα, συνθήκες ειρήνης, συνθήκες συμμαχιών και ποικίλες άλλες συμφωνίες μεταξύ των νησιών του Ιονίου και άλλων πόλεων–κρατών, καταγραμμένες σε χαλκό ή πέτρα και εκτεθειμένες σε κοινή θέα ή συγκεντρωμένες σε ιερά. Συνθήκες συγχώνευσης δύο κοινοτήτων, διαιτησίες ανάμεσα σε δύο πόλεις, με καθορισμό των συνόρων που περιγράφονται. Συνθήκες αμοιβαίας παροχής του δικαιώματος «πολιτείας», ψηφίσματα αναφερόμενα στην επιστροφή εξορίστων, οικονομικές συμφωνίες και κατάλογοι φόρων και δανείων, αποτελούν ενδεικτικά τυπικά παραδείγματα επιγραφικών κειμένων και συμπληρώνονται από τα κείμενα διαιτησιών για ποικίλες διαφορές, κυρίως σε θέματα τοπογραφικών ορίων και διασυνοριακών διαφορών.

Τα όσα αφορούν στην οικονομία των νησιών καταγράφονται μόνιμα και σχολαστικά πάνω σε λίθινες στήλες και εκεί εκτίθενται με λεπτομέρειες τα έσοδα, οι δαπάνες και τα ισοζύγια του δημόσιου ταμείου. Ειδικές επιγραφές αναφέρονται σε προγράμματα δημοσίων έργων και περιέχουν τεχνικές και οικονομικές λεπτομέρειες, που επιτρέπουν καμιά φορά να προχωρήσουμε στην ολοκληρωτική ανασύνθεση κάποιου μνημείου βασιζόμενοι προπάντων στο κείμενο της σχετικής επιγραφής.

Οι αρχαίες επιγραφές καλύπτουν, ανισομερώς βέβαια, το μεγάλο χρονικό διάστημα από την αρχαϊκή εποχή (π.χ. λήμματα 11, 19, 22 του 7ου αι. π.Χ.) ως και τις αρχές της ελληνορωμαϊκής εποχής (π.χ. λήμματα 7, 34, 35 του 2ου μ.Χ. αι.). Οι αρχαίες επιγραφές έχουν εξαιρετικά ποικίλο περιεχόμενο και αποτελούν πηγή πληροφόρησης για την κοινωνία και τον πολιτισμό, ένα σημαντικό μέσο γνώσης της καθημερινής ζωής στα Ιόνια νησιά. Η κοινωνική ιστορία είναι ο προνομιούχος τομέας των επιγραφών. Όπως και οι πάπυροι, οι επιγραφές μας επιτρέπουν να μελετήσουμε και το ελληνικό δίκαιο. Χωρίς αυτές, μπορούμε να πούμε ότι δε θα γνωρίζαμε στην ουσία παρά μόνο το αθηναϊκό δίκαιο, και αυτό χάρη κυρίως στους ρήτορες και τους σχολιαστές τους. Υλικό κοινωνικής ιστορίας παρέχουν επίσης το λεξιλόγιο και η γλώσσα.

Τα έγγραφα που αφορούν στην εσωτερική πολιτική των διαφόρων νησιών περιλαμβάνουν κείμενα ψηφισμάτων και διατάξεων διοικητικού και νομοθετικού περιεχομένου. Έτσι, τα αθηναϊκά στερεότυπα συμπληρώνονται από διαφορετικούς τύπους άλλων περιοχών. Τα περισσότερα αποτελούνται από μια εισαγωγή, όπου δηλώνονται η χρονολογία και ο αρμόδιος άρχων (συνήθως ο επώνυμος), από την κύρια έκθεση των περιστατικών που προκάλεσαν την πράξη, από τη διατύπωση της απόφασης, τη μνεία των μέσων και την επικύρωση για την εφαρμογή της και, μερικές φορές, από οδηγίες για τη χάραξη της συγκεκριμένης επιγραφής.

Υπάρχουν επίσημα κείμενα με οικονομικό, εμπορικό και νομικό περιεχόμενο, όπως δωρεές, κανονισμοί οικοδομικών προγραμμάτων, συμβόλαια παροχής ιατρικών υπηρεσιών, συμφωνίες εξόφλησης αθετημένων πληρωμών, αποφάσεις απελευθέρωσης δούλων κ.ά. Οι επιγραφές παρέχουν πολύ σημαντικά στοιχεία για τη λατρεία, με τις αναρίθμητες, λιγότερο ή περισσότερο διεξοδικές αφιερώσεις, που συχνά κοσμούνται με ανάγλυφα, και με τους θρησκευτικούς κανονισμούς. Στις επιγραφές αυτές χρωστούμε τις γνώσεις μας για τους θεσμούς των Ιονίων νήσων.

Υπάρχουν αναφορές σε ιερά, λατρευτικά κέντρα, αφού η θρησκεία της αρχαίας Ελλάδας αποτελούσε μια καλά οργανωμένη επιχείρηση. Τα ιερά κατείχαν μεγάλες εκτάσεις γης και έκαναν διάφορες δικαιοπραξίες ή χρηματιστηριακές πράξεις. Τα κείμενα που ασχολούνται με αυτές τις δραστηριότητες συμπληρώνονται, μερικές φορές, με λεπτομερείς καταλόγους αναθημάτων και ιερέων, με διοικητικούς κανονισμούς και τελετουργικές ή λειτουργικές οδηγίες. Η κοινωνική ζωή ήταν τόσο συγκεντρωμένη γύρω από την επίσημη θρησκεία, ώστε πολλά από τα αναφερόμενα σ’ αυτή κείμενα θα μπορούσαν να θεωρηθούν και κοινωνιολογικό υλικό. Οι επιγραφές πάνω σε επιτύμβια μνημεία είναι γενικά οι πιο πολυάριθμες, είναι όμως συνήθως λακωνικές και παρέχουν πολύ λίγα στοιχεία. Πολλές όμως απ’ αυτές είναι έμμετρες, από τα αρχαϊκά χρόνια ως την ύστερη αρχαιότητα, ακόμη και όταν –σε ύστερη εποχή– δεν αποτελούν παρά μια νοσταλγία της αρχαϊκής εποχής, δεν παύουν να εντάσσονται στο πλατύ ποτάμι μιας λογοτεχνικής παράδοσης.

Οι επιγραφές των Ιονίων νήσων αποτελούν σημαντικά στοιχεία για τη χρονολόγηση ιστορικών γεγονότων, γιατί συχνά χαράχτηκαν σε μνημεία ή αντικείμενα που είναι σύγχρονα με το περιεχόμενό τους. Ο χρόνος χάραξης της επιγραφής δίνει συχνά μια αξιόπιστη χρονολόγηση του μηνύματος της. Η ποικιλία των τύπων των στοιχείων που χρησιμοποιούνται και κυρίως η μορφή της γραφής επιτρέπουν συχνά μια παλαιογραφική χρονολόγηση. Τα εσωτερικά στοιχεία της επιγραφής επιτρέπουν, εξάλλου, μια διαφορετική χρονολόγηση, είτε με χρονικό συσχετισμό προς άλλα γνωστά από αλλού γεγονότα είτε με καθαρά ημερολογιακό τρόπο. Το έτος συχνά προσδιορίζεται με την αναφορά στον χρόνο εξουσίας κάποιου άρχοντα, συνήθως του επώνυμου άρχοντα.

***

Επιδιώχθηκε η παρουσίαση επιγραφών που να αντικατοπτρίζουν την ιστορική πραγματικότητα των νησιών, πολιτική, κοινωνική, θρησκευτική και άλλη. Κατά την επεξεργασία των επιγραφών επιχειρείται η μεταγραφή και η αποκατάσταση του κειμένου με την ανάλυση συντομογραφιών και την συμπλήρωση των χασμάτων από φθορά του μνημείου, η αντιβολή με τυχόν προγενέστερες δημοσιεύσεις και η κριτική διόρθωση σφαλμάτων ανάγνωσης από παλιότερους μελετητές, η απόδοση του περιεχομένου και ο σχολιασμός της επιγραφής. Ιδιαίτερα προσοχή δόθηκε σε επιγραφές που είτε το κείμενό τους έχει καταστραφεί από σκοπού (ιδεολογικοί ή πολιτικοί λόγοι) ή από φυσικά αίτια (γήρανση του υλικού, καταστροφή από σεισμούς και άλλους παράγοντες) με αποτέλεσμα η επιγραφή να είναι δυσανάγνωστη είτε για διάφορους λόγους έχουν ολότελα καταστραφεί ή απολεσθεί και είναι γνωστές μόνο από παλαιότερες μαρτυρίες.

Στο σύνολό τους οι επιγραφές που παρουσιάζονται αποτελούν σημαντικά τεκμήρια της ιστορίας όχι μόνο των νησιών του Ιονίου αλλά της καθόλου ευρωπαϊκής ιστορίας, αφού είναι μαρτυρίες τόσο για την εσωτερική ιστορία του τόπου όσο και τις σχέσεις των νησιωτών με τη βενετική επικράτεια, τη γαλλική επιρροή στα νησιά και τη βρετανική προστασία, την παρουσία Βενετών, Γάλλων, Βρετανών και άλλων Ευρωπαίων διοικητών, στρατιωτικών ή εκκλησιαστικών παραγόντων, την ποικίλη δραστηριότητα γηγενών και ξένων, τις πολεμικές συγκρούσεις με την Οθωμανική αυτοκρατορία. Πέραν των άλλων, οι επιγραφές αυτές διαφωτίζουν εύγλωττα κάποιες πτυχές της ιστορίας που παραμένουν λίγο γνωστές ή και τελείως άγνωστες.


Επιλογή βιβλιογραφίας

Berard, F. – D. Feissel – P. Petitmengin – M. Seve (ed.), Guide de l’epigraphiste, Paris 2003³.

De Gubernatis, E., Memorie italiane nelle Isole Jonie, Milano 1908.

Gerola, G., «Appunti sui monumenti veneti di Cefalonia e di Corfu», Atti del R.Ist. Veneto, LXVII, 2, 1907-1908.

Guarducci, Margherita, L’Epigrafia Greca dale origini al tardo Impero, Roma 1987.

Hallof, Klaus ( ed.), Inscriptiones Graecae, v oluminis IX partis I editio altera, fasciculus IV, Berolini 2001.

Klaffenbach, G ., Ελληνική Επιγραφική, μτφρ. Α. Αντωνίου, εκδ. Παπαζήση, Αθήνα 2003³ ( G o ttingen 1966²).

Παππάς, Θ. Γ., Θεατρικές παραστάσεις στην αρχαία Κέρκυρα. Ίδρυση των Διονυσίων IG IX , 1, 694, εκδ. Καρδαμίτσα, Αθήνα 1996.

Robert, Louis «Επιγραφική», μτφρ. Ε. Στεφανάκη, στο: Encyclop e die de la Pl e iade, Ιστορία και μεθοδοί της (επιμ. Charles Samaran ), τόμ . β /, τεύχος 2, Αθήνα 1981, σσ . 17-66.

Rusconi, A., « Μonumenti araldici ed epigrafici Veneti dell’ isola di Corfu», Annuario della Scuola Archaeologica di Atene e delle Missioni Italiane in Oriente, vol . XXVII-XXIX, Nuova serie XI-XIII (1949-1951), Roma 1952.

Woodhead, Arthur Geoffrey, The Study of Greek Inscriptions, Cambridge 1981².

Αετωματική χάλκινη επιγραφή προξενίας. Βρέθηκε το 1839 στα ερείπια δημοσίου κτηρίου στα ανατολικά της Παλαιόπολης και πέρασε στη συλλογή Woodhouse. Βρίσκεται στο Βρεττανικό Μουσείο (αρ. 333 καταλόγου χάλκινων αντικειμένων). Αναφέρεται στην απονομή προξενίας από την κερκυραϊκή Βουλή στον Αθηναίο Διονύσιο Φρυνίχου και των απογόνων του. Χρονολογείται περίπου στα τέλη του 4ου π.Χ. αι. Βιβλιογραφία: A. Mustoxydes, Delle cose Corciresi, Corfu 1848, σσ. 188-190.

Η επιγραφή βρέθηκε κοντά στο μνημείο του Μενεκράτη το 1866, στη Γαρίτσα. Πρόκειται για λίθινο δωρικό κιονόκρανο, το οποίο αποτελούσε το σήμα του επίσημου ταφικού μνημείου του ΞενFάρους (αρ. ευρετ. μουσείου Κερκύρας 3).
Η επιγραφή είναι χαραγμένη βουστροφηδόν στον άβακα (πλευρά 0,765) του κιονοκράνου (υψ. 0,165) σε κορινθιακό αλφάβητο. Χρονολογείται στο α΄ μισό του 6ου αι. π.Χ.

Η επιγραφή είναι χαραγμένη σε παραλληλόγραμμη λίθινη πλάκα με αποκομμένες κοίλες τις γωνίες και ανάγλυφο πλαίσιο εντοιχισμένη στον τοίχο του δυτικού προτειχίσματος (Scarpone) του Νέου Φρουρίου κάτω από ναόσχημη μνημειακή κατασκευή με ανάγλυφο βενετικό λέοντα που βαδίζει προς τα δεξιά.